ἑλκηθμός

ἑλκ-ηθμός, ,
A being carried off, violence suffered,

σῆς τε βοῆς σοῦ θ' ἑλκηθμοῖο πυθέσθαι Il.6.465

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ελκηθμός — ἑλκηθμός, ο (Α) βίαιο τράβηγμα για απαγωγή ή αιχμαλωσία …   Dictionary of Greek

  • ἑλκηθμός — being carried off masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκηθμοῖο — ἑλκηθμός being carried off masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκηθμούς — ἑλκηθμός being carried off masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑλκηθμῶν — ἑλκηθμός being carried off masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -θμος — επίθημα που εμφανίζεται σε αρκετές λ. τής Αρχαίας, από τις οποίες μερικές μαρτυρούνται και στη Νέα Ελληνική. Προήλθε από τον συνδυασμό τού επιθήματος mo ( μο ) που δηλώνει ενέργεια, με την παρέκταση dh ( θ ) που απαντά και σε άλλα επιθήματα (πρβλ …   Dictionary of Greek

  • έλκω — και ελκύω (AM ἕλκω και ἑλκύω) 1. σέρνω, τραβώ κάποιον ή κάτι προς το μέρος μου 2. προσελκύω, σαγηνεύω 3. (για πλοίο) καθελκύω, τραβώ από την ξηρά στη θάλασσα 4. (για πλοίο) ρυμουλκώ 5. (για άροτρο, άμαξα, μηχανή) κινούμαι προς τα εμπρός,… …   Dictionary of Greek

  • ελκυθμός — ἑλκυθμός, ο (Α) ο ελκηθμός …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.